Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2023

Ντενίζ Παναγιωτοπούλου, αυθαίρετο

Ντενίζ  Παναγιωτοπούλου, αυθαίρετο

 

Ένα Curriculum Vitae θα πρέπει να τελειώνει κάπως έτσι: "Μια ζωή ψάχνω, μα δεν ξέρω τί". (σελ. 40) 
 
Δυο παράλληλοι κόσμοι συναντιούνται και ενώνονται σε αυτό το πρωτότυπο λογοτεχνικό έργο μικρής  έκτασης και τεράστιας δύναμης, σε αυτή την πρωτότυπη νουβέλα της Ντενίζ Παναγιωτοπούλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σκαρίφημα. Εδώ, ο πεζός λόγος συναντά την άτυπη θεατρική φόρμα και την ποίηση, εδώ ο ουράνιος θόλος καθρεφτίζεται στο απέραντο στρώμα της θάλασσας, τα κύματα ψιθυρίζουν απαντήσεις καθώς αέναα κι αδιάκοπα τραγουδούν παφλάζοντας του ανθρώπου τα πάθη, τις κρυμμένες πτυχές του, τ' αφανέρωτά του, τα "μαζί" και τα "όχι μαζί" του και ψηλώνουν και αγκαλιάζουν και διαλύουν μια άλυτη εξίσωση κι ένα βράχο από αναπάντητα ερωτήματα. Εδώ ο Αλφειός αέναα γυρεύει την αγαπημένη του Αρέθουσα, εδώ κι ένα μικρό σπίτι χτισμένο στην άμμο, αυθαίρετο σαν τον Έρωτα.

Η Ντενίζ Παναγιωτοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Ζάκυνθο, σπούδασε πολιτικές επιστήμες και από το 1998 ζεί και εργάζεται στην Αθήνα. Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με το βιβλίο της "Η εξομολόγηση μιας σφήκας" (Ζάκυνθος, 2010), ακολούθησε το 2012 η νουβέλα της "Α. 9111" από τις εκδόσεις Φαρφουλάς και το 2014 η ποιητική συλλογή "Hic sunt leones - Από τις σημειώσεις μιας παρατεταμένης εφηβείας", ιδιωτική έκδοση. Πεζά και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά και αποτελεί μια φωνή εκκωφαντική μέσα στην ησυχία και την διακριτικότητά της ενώ διαθέτει μια ευθύβολη ματιά στη ζωή και στα πράγματα μέσω της γραφής της.

Το νέο της βιβλίο, υπό τον τίτλο "Αυθαίρετο", κυκλοφορεί από τις εκλεκτές εκδόσεις Σκαρίφημα και, για μια φορά ακόμα, η Ντενίζ Παναγιωτοπούλου, αυτή η πολύ ιδιαίτερη και αξιοπρόσεκτη μορφή της σύγχρονης εγχώριας λογοτεχνίας αποδεικνύει το ταλέντο της, την ακάματη εργατικότητά της και την αναμέτρησή της με τον λόγο και την ευρηματικότητα των ιστοριών της.

Στο "Αυθαίρετο" σκαρώνει μια φαινομενικά απλή ερωτική ιστορία που αποδεικνύεται πολυσύνθετη και εξαιρετικά ελκυστική, με πρωτότυπη δομή, τεχνική, μορφή, εξέλιξη, και ατμόσφαιρα.

Δυο πρωταγωνιστές: ο Γιώργης και η Δώρα. Με κυρίαρχη και επιβλητική την παρουσία του θαλασσινού τοπίου -βυθού και επιφάνειας- των ήχων του, των ψιθύρων του και των κραυγών του μπροστά σε ένα τόσο δα σπιτάκι με την ονομασία Δωροθάλασσα.

Τριάντα τέσσερα χρόνια πριν. Ο Γιώργης γνωρίζει τη Δώρα σε ένα μπαρ. Εκείνη τον προσκαλεί να την ακολουθήσει στο σπίτι της, κάπου έξω από τον Πύργο Ηλείας, σε μια παραλία με αυθαίρετα κι ανάμεσά τους το πολύ μικρό σπίτι της Δώρας πλάι στη θάλασσα, που φέρνει στο νού εκείνο το "σπίτι" που κλείνει το θρυλικό "Μονόγραμμα" του Οδυσσέα Ελύτη με "μιαν ηχώ στ' άπατα", με μια "πόρτα μικρή". Προϋπόθεση για να πάει μαζί της ο Γιώργης, είναι εκείνος να φοράει μια μαύρη μάσκα χωρίς οπές για μάτια παρά μόνο με δυο τρύπες στα ρουθούνια. Ο Γιώργης δέχεται. Κι έτσι ξεκινά μεταξύ τους ένα ιδιότυπο ερωτικό παιχνίδι, μια ερωτική συμφωνία, μια σειρά πολλαπλών συναντήσεων που σταματούν το χρόνο και δρούν καταλυτικά στον ψυχικό τους κόσμο.

Για λίγο χάνονται. Και ξαναβρίσκονται. Μια ακόμα συνάντηση, μια παράβαση στους κανόνες του "παιχνιδιού" δήθεν περνάει απαρατήρητη αλλά ξυπνά τον φόβο ότι βλέπουν τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο και θα φέρει τις πρώτες ρωγμές στην τελετουργία των συναντήσεών τους. Η κοινή ζωή τους κυλά μέσω των "παιχνιδιών" τους μακριά από την πεζή καθημερινότητα κάτι που τελικά είναι η σωτηρία τους και η καταστροφή τους.

Η φύση μπαίνει ύπουλα στα "παιχνίδια" τους, η θάλασσα απλώνεται ως την αυλή, ως την πόρτα του σπιτιού. Κι ενώ οι χειμώνες και τα καλοκαίρια εναλλάσσονται, ο Γιώργης αποφασίζει να φύγει για δουλειά σε ένα κρουαζιερόπλοιο και η Δώρα μένει μόνη ώσπου κι αυτή, λόγω δικών της υποχρεώσεων, φεύγει από το παραθαλάσσιο σπίτι της και πια το επισκέπτεται λιγότερο συχνά. Όταν κάποια στιγμή επιστρέφει, βρίσκει τη Δωροθάλασσα της μισή, ρημαγμένη από τα άγρια μοναχικά κύματα του χειμώνα και μένει ξανά εκεί, μόνη, στο ρημαγμένο της αυθαίρετο, κάτω απ΄τον σιωπηλό ουρανό με τα τρεμόσβηστα άστρα του, δίπλα στο τραγούδισμα της θάλασσας.

Αργότερα, όταν ο Γιώργης γυρίζει από ένα ταξίδι του, πηγαίνει στην παραλία μα δεν υπάρχουν πια εκεί ούτε η Δώρα ούτε η Δωροθάλασσα. Κλείνει τα μάτια και πηγαίνει εκεί όπου δεν υπάρχουν χρόνοι, τόποι κι εποχές. Πλάι στις όχθες του Αλφειού γυρεύει οιωνούς και απαντήσεις, φοράει μια μάσκα -σημείο και σύμβολο διαφυγής- κάτω απ' το φως του φεγγαριού και κινείται στην άκρη ενός κύκλου που κλείνει και ψάχνει την αρχή του επόμενου. Κι όλα είναι φως και σκοτάδι, ομοιότητες, αισθήσεις και ψευδαισθήσεις, πουθενά αρχή, πουθενά τέλος.  Μια επιθυμία για συνάντηση σε μια αντίστιξη βλεμμάτων, μια καρδιά που μιλάει σε άλλη καρδιά, μύθοι του χθες που ξαναγεννιούνται  στο σήμερα και η θάλασσα που αφήνει το αποτύπωμά της, σε μια θαυμάσια αλληγορική νουβέλα υπαρξιακών / φιλοσοφικών διαστάσεων γραμμένη σε δυο στήλες: στην πρώτη στήλη εξελίσσεται η ιστορία του Γιώργη και της Δώρας ενώ στη δεύτερη στήλη ακούμε και διαβάζουμε τις παράλληλες μύχιες σκέψεις τους και τ' ανομολόγητα της ψυχής τους σε ένα χορό αφηγηματικών φωνών που αλληλοπλέκονται συμπληρωματικά και συνομιλούν με την κύρια αφήγηση, δρούν ως μια ζωή μες στην άλλη, εξομολογούνται, λειτουργούν ως μουσικά όργανα στη μουσική συμφωνία της θάλασσας. Και ο κενός χώρος γίνεται κοινός χρόνος.

  Ποιητική πρόζα σε ένα ερωτικό σονέτο σε αντίστιξη όπου χώρος και χρόνος αλληλοκατοπτρίζονται στον καθρέφτη του σύμπαντος και ο έρωτας φουντώνει κι ύστερα τρεμοσβήνει στην εστία του βυθού.

Εξαίσιο δείγμα σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας δια χειρός της Ντενίζ Παναγιωτοπούλου που το ιδιαίτερο, διακριτικό και αινιγματικό φως της γραφής της μάς τραβάει να το ακολουθήσουμε.
 
 
Εκδόσεις Σκαρίφημα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου