Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιταλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιταλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2024

Νικόλα Πουλιέζε, Το μαύρο καράβι

Νικόλα Πουλιέζε, Το μαύρο καράβι

 
Γνωρίσαμε τον συγγραφέα και δημοσιογράφο Νικόλα Πουλιέζε το 2020 μέσω των εκδόσεων Loggia, που εξέδωσαν το μοναδικό του μυθιστόρημα "Σκοτεινό νερό", στην πράσινη σειρά τους, ένα λογοτεχνικό χρονικό μιας τετραήμερης ακατάπαυστης βροχής στον ιταλικό νότο, μιας ατμόσφαιρας σκοτεινής, υγρής και αποπνικτικής και των ανατροπών και των δυσκολιών που η απρόσμενη συνεχής βροχή επέφερε στην καθημερινότητα των κατοίκων.

Το "Σκοτεινό νερό" κυκλοφόρησε το 1977 από τον φημισμένο οίκο Einaudi και βασίζεται στα αληθινά γεγονότα των ακραίων καιρικών συνθηκών που έλαβαν χώρα στη Νάπολη το 1969. Ο Πουλιέζε εργαζόταν σε ιταλική εφημερίδα και κάλυπτε το ρεπορτάζ των ημερών εκείνων και, αντλώντας έμπνευση από τις συνθήκες και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, χρόνια αργότερα έγραψε το "Σκοτεινό νερό" με κεντρικό ήρωα τον δημοσιογράφο Κάρλο Αντρεόλι, ο οποίος παρατηρεί και καταγράφει τις συνέπειες του τετραήμερου κατακλυσμού, γεγονότος βιωμένου από πρώτο χέρι, που μετατράπηκε όμως σε εξαίρετη μυθοπλασία γεμάτη θεατρικότητα, μονολόγους, λεπτομερείς περιγραφές και συναισθηματικές / ψυχολογικές διακυμάνσεις.
    Όταν εξαντλήθηκε η πρώτη έκδοση του, ο συγγραφέας αρνήθηκε την επανέκδοσή του κι έτσι για αρκετά χρόνια αυτό το μεστό και δυνατό μυθιστορηματικό χρονικό έμεινε στην αφάνεια.

Αρχές του φετινού καλοκαιριού, οι εκλεκτές εκδόσεις Loggia, μέσα από την κίτρινη σειρά τους, χάρισαν στο αναγνωστικό κοινό το δεύτερο και τελευταίο έργο του Πουλιέζε, την συλλογή διηγημάτων "Το μαύρο καράβι" που κυκλοφόρησε στη γείτονα χώρα το 2008 με χρονική απόσταση 31 ετών από το πρωτόλειο "Σκοτεινό νερό" και, ευτυχώς, συνέβαλε στην επανέκδοσή του.
 
Από τον τίτλο είναι φανερό ότι, όπως και στο μοναδικό του μυθιστόρημα έτσι και στη μοναδική του συλλογή ιστοριών, ο Πουλιέζε παίζει με το σκοτάδι και τις μαύρες αποχρώσεις, με το μυστήριο, το ανοίκειο, το παράλογο και την αλληγορία. Στον παρόντα μικρό τόμο έχουμε οχτώ διηγήματα - κομψοτεχνήματα αυξημένης έντασης, με λεκτικά σχήματα και σχήματα του θανάτου και του σκότους για το απρόοπτο, τη φαντασία που συμπορεύεται με την πραγματικότητα, το αλλόκοτο, το ονειρικό στοιχείο.

Πρώτη ιστορία της ανθολογίας, "Το μαύρο καράβι" που χάρισε και τον τίτλο σε αυτή την αριστουργηματική συλλογή. Νύχτα 31ης Αυγούστου προς 1η Σεπτεμβρίου, το Μαύρο Καράβι γλίστρησε αθόρυβα και έκανε την εμφάνισή του στον Κόλπο της Νάπολης. Σύμφωνα με σκόρπιες και αντιφατικές μαρτυρίες, μπήκε αιωρούμενο μεταξύ ουρανού και θάλασσας, έμεινε για λίγο ακίνητο πάνω στα μαύρα νερά κι ύστερα χάθηκε. Η παρουσία του -εάν τελικά υπήρξε- προκάλεσε στους κατοίκους και στις τοπικές αρχές δαιδαλώδεις συλλογισμούς, φόβο, (σε κάποιους άλλους) ενθουσιασμό, ανησυχία και ερωτηματικά.      
    Άραγε τελικά, το Μαύρο Καράβι όντως υπήρξε ή μήπως ήταν αποκύημα μιας συλλογικής παραίσθησης;

Δεύτερο διήγημα, "Ημερολόγιο 1980": παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1979. Ο Πάολο Μονέτι κρατά στα χέρια του το ημερολόγιο της νέας χρονιάς που μοιράστηκε από την εταιρεία στην οποία εργάζεται στους υπαλλήλους της ή του το έδωσε κάποιος που δεν θυμάται. Ξεφυλλίζοντάς το ασυναίσθητα, συνειδητοποιεί ότι το καινούργιο ημερολόγιο έχει ακριβώς τις ίδιες μέρες και ημερομηνίες με το ημερολόγιο του προηγούμενου έτους.
    Ασήμαντο γεγονός; Παραίσθηση; Τυπογραφικό λάθος; Οιωνός ότι και η νέα χρονιά θα είναι ίδια κι απαράλλαχτη με αυτή που τελειώνει ή ότι όλα τελειώνουν αυτή τη νύχτα της παραμονής Πρωτοχρονιάς;

"Θάνατος τον Δεκαπενταύγουστο": ο Κάρλο Αντρεόλι -alter ego του Πουλιέζε- πρωταγωνιστής δημοσιογράφος στο "Σκοτεινό νερό", εδώ με την ιδιότητα του στελέχους λογιστηρίου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Τροχαίας, πηγαίνει στο γραφείο του, ανήμερα Δεκαπενταύγουστου όπου τίποτα απολύτως δεν συμβαίνει. Παίρνει εφημερίδα, διαβάζει διάφορα άρθρα αλλά το βλέμμα του επικεντρώνεται σε ένα διήγημα με τίτλο "Θάνατος τον Δεκαπενταύγουστο", με ήρωα τον ίδιο τον Κάρλο, στο ίδιο γραφείο, την ίδια μέρα, την ίδια ακριβώς στιγμή. Όλα αρχίζουν και τελειώνουν με την τελευταία λέξη του διηγήματος. Διάδρομος.

"Ο κρατούμενος":  "Δεν θα γίνεις ποτέ σου ελεύθερος. Πάντα θα υπάρχει ένας τοίχος που θα σου φράζει τον δρόμο ", του είπε ο πατέρας του. Του έλεγε επίσης ότι η ζωή είναι μικρή και ασήμαντη και είναι ανώφελο να τρέχει
κανείς και να μοχθεί.
    Ο εικοσάχρονος πρωταγωνιστής σκοτώνει τον πατέρα του, γιατί το μυαλό του θολώνει, καθώς δεν αντέχει στην ιδέα ότι κάποιος ή κάτι θα σταθεί εμπόδιο στην ελευθερία του. Σκοτώνει τον πατέρα του και τις απόψεις περί στέρησης ελευθερίας, τοίχου και φραγμάτων. Κι ύστερα έρχεται το πρώτο κελί, το δεύτερο κελί, το τρίτο κελί, η πρώτη φυλακή, η δεύτερη φυλακή. Όλα ένας τοίχος που του φράζει τον δρόμο. Η νιότη περνά, γίνεται γήρας κι η ελευθερία διακαής πόθος.

"Η τίγρης στο πλευρό του": ο Οσβάλντο Ανουντσιάτα προσλαμβάνεται επιτέλους στο Εργοστάσιο. Ξεκινά από το χαμηλό σκαλοπάτι της πυραμίδας λαμβάνοντας όμως ικανοποιητική αμοιβή. Οι μεγάλες του φιλοδοξίες για την κατάκτηση της θέσης εξουσίας του εργασιακού μηχανισμού τελικά τον οδηγούν στην επιθυμητή υψηλόβαθμη θέση, ενώ ο Οσβάλντο χάνει κάτι απ' τον εαυτό του, κάτι απ' την ψυχή του, καθώς γίνεται κρίκος της αλυσίδας ενός απεχθούς συστήματος. Η κορυφή έχει μοναξιά και πιθανή ημερομηνία λήξης.

"Το λευκό κρασί": βράδυ 14ης Αυγούστου. Ο ανώνυμος πρωταγωνιστής βγαίνει για φαγητό με τον φίλο του Μάριο και πίνουν δροσερό λευκό κρασί. Μετά το δείπνο, ο ήρωας κάνει διάφορες σκέψεις για την ημέρα του Δεκαπενταύγουστου που ξημερώνει, για την αδιέξοδη αμήχανη ευδαιμονία της αργίας και τη μετακίνηση των εκδρομέων, για τη ματαιότητα μιας ακόμα μέρας λαμπρής που μοιάζει όμως με τις υπόλοιπες και με ένα κοινό βράδυ Σαββάτου που οι άνθρωποι ψαρεύουν κούφιες χαρές στα ρηχά. Μόνος μέσα στη νύχτα ο ήρωας, μεθυσμένος απ' το λευκό κρασί, στέκεται κάτω απ' το παράθυρο εκείνης που του αιχμαλώτισε την καρδιά.

"Η μεγάλη κρίση": οι μεγάλες γιορτές και οι αργίες καταργούνται μετά τη Μεγάλη Κρίση, που ο δυσοίωνος άνεμός της σάρωσε τους πάντες και τα πάντα. Η ζωή συνεχίζεται χωρίς γιορτές και δίχως ίχνος επαναστατικής διάθεσης παρά με συγκατάβαση και αποδοχή.
    Σαρκαστικό διήγημα καφκικών αποχρώσεων σε μορφή καυστικού δημοσιογραφικού άρθρου.

"Συγχαρητήρια, κορίτσι μου": η ιστορία διαρκεί από τις 14 Αυγούστου, ώρα 8:00 μ.μ έως τις 15 Αυγούστου, ώρα 2:30 π.μ. Πρωταγωνιστής ο Κάρλο Αντρεόλι, που βγαίνει ραντεβού με μια νεαρή γυναίκα σε μια μάταιη προσπάθεια να ξεχάσει τη Σ., την οποία έχει διαρκώς στο μυαλό του. Οι εσωτερικές του σκέψεις ακροβατούν σε τεντωμένο σχοινί πάνω απ' το χάος. Το ξημέρωμα τον βρίσκει μόνο και θλιμμένο, καπνίζοντας. Καπνίζοντας μέσα σε μια πόλη που κοιμάται και θα ξυπνήσει να βιώσει την επιβεβλημένη γιορτινή ατμόσφαιρα, μια ατμόσφαιρα που κερνά αφόρητη μοναξιά κι απέραντο κενό.

Ο κόσμος των πολυεπίπεδων, αλληγορικών, θλιβερών, σαρκαστικών και απροσμέτρητου ψυχολογικού βάθους διηγημάτων του Νικόλα Πουλιέζε είναι ο κόσμος μέσα στον οποίο ζούμε και πολεμάμε ή παραδινόμαστε αμαχητί στις δεσμεύσεις του, στις παγίδες, στις απάτες του, στις ψευδαισθήσεις του -που γίνονται ψευδαισθήσεις μας- , στον φόβο και στην υπαρξιακή του ανισορροπία.

Μακροπερίοδος λόγος, τριτοπρόσωπη υποβλητική, απαράμιλλη αφήγηση με ρυθμό, ένταση, καυστικότητα, υπαινιγμούς και χρήση κεφαλαίων σε συγκεκριμένες λέξεις: Καράβι, Εργοστάσιο, Κρίση, Μαύρο, Μεγάλο, Μεγάλη, κατασκευών/κατασκευασμάτων, επιθετικών προσδιορισμών που καθορίζουν τη ζωή των ανθρώπων γενικά και τη ζωή των ηρώων ειδικά. Τους φυλακίζουν, τους ταξιδεύουν, τους ακινητοποιούν, τους προκαλούν ερωτηματικά και αμφιβολίες για το τι είναι ψέμα και τι είναι αλήθεια, τους βαπτίζουν αθώους, για να τους καταδικάσουν ως ενόχους, πίσω από μισόκλειστα βλέφαρα, μεταξύ μεταφυσικού και ανθρώπινου.

Η Δήμητρα Δότση έκανε μια άξια πολλών επαίνων μετάφραση που αποδίδει κατά γράμμα το μαύρου φωτός σύμπαν του σπουδαίου Νικόλα Πουλιέζε. 

Εκδόσεις Loggia

Τρίτη 23 Μαΐου 2023

Γκουίντο Μορσέλι, DISSIPATIO H.G.

Γκουίντο Μορσέλι, DISSIPATIO H.G.



Ένα βαθιά φιλοσοφικό, πεσιμιστικό, δυστοπικό και εμβληματικό δείγμα της ιταλικής πεζογραφίας, το "Dissipatio H.G.", από την αρχή του ως το τέλος του είναι ένα ιδιοφυές διανοητικό παιχνίδι με σαγηνευτικά σκοτεινά σημεία που αιχμαλωτίζει τον συμπαίκτη / αναγνώστη και τον ρίχνει στην δίνη της αφηγηματικής δεξιοτεχνίας του Γκουίντο Μορσέλι, ενός συγγραφέα του οποίου το ύφος και οι αφηγηματικές του κατευθύνσεις τον κατατάσσουν ψηλά σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο, έστω κι αν αυτό συνέβη εκ των υστέρων. Γιατί το συγγραφικό χρυσάφι αυτού του σπουδαίου και πολυγραφότατου συγγραφέα αναγνωρίστηκε αρκετά μετά τον τραγικό χαμό του, αφού όσο ήταν εν ζωή οι εκδοτικές του προσπάθειες συναντούσαν εμπόδια και απανωτές αρνήσεις. Μονάχα δυο έργα του εκδόθηκαν όσο ο Μορσέλι ήταν ζωντανός ενώ όλα τα υπόλοιπα (νουβέλες, διηγήματα, δοκίμια και άρθρα) κυκλοφόρησαν μεταθανάτια.

Τύχη και μεγάλο δώρο να εκδοθεί και στη γλώσσα μας αυτό το πύρινο και αποκαλυπτικό μυθιστόρημα, χάρη στις εκδόσεις Loggia που -βάζοντας τον πήχη όλο και ψηλότερα- σταθερά συνεχίζουν να μας εντυπωσιάζουν με τις προτάσεις τους.

Το "Dissipatio H.G." είναι ένα μύχιο, πολύ προσωπικό έργο του Μορσέλι -χαρακτηρίστηκε προφητικό και πολύ μπροστά από την εποχή του- που γράφτηκε την περίοδο 1972-1973, λίγους μήνες προτού ο συγγραφέας βάλει τέλος στη ζωή του, άρα αποτελεί το κύκνειο άσμα του και ένα είδος αποχαιρετισμού στα εγκόσμια.

Είναι ένας μυθιστόρημα - μονόλογος /σκοτεινός καθρέφτης που πάνω του φιλοτεχνείται το πορτρέτο του κόσμου. Του κόσμου του επικίνδυνου και του μαγεμένου, του κόσμου σε παρακμή, του σαλεμένου κόσμου από την αγχώδη διαταραχή πραγματοποίησης πολλαπλών κούφιων επιθυμιών για άνεση και χλιδή, την κατάκτηση εδαφών και θέσεων, το γρήγορο κέρδος, την εμμονική ικανοποίηση του μονίμως ανικανοποίητου, την ταχύτητα και την τεχνολογία που θα βελτίωναν την καθημερινότητά του. Του κόσμου που τελικά θα εξατμιστεί, κυριολεκτικά, για να μπορέσει η φύση να ανθίσει και να ανασάνει ελεύθερη χωρίς τεχνητά μέσα και βάναυσα χέρια που εκμεταλλεύονταν τη "σιωπή" της.

Ο ήρωας του μυθιστορήματος -alter ego του Μορσέλι- είναι ένας άντρας υποχόνδριος, διαταραγμένος μες στη λογική του, ανθρωποφοβικός: τον τρομάζει ο άνθρωπος, η φασαρία του, η μεγαλομανία του, ο πολιτισμός του, ο άκρατος καταναλωτισμός του, το Ασχήμισμα που προκάλεσε στον κόσμο.

Έτσι, ο ήρωας / αντιήρωας του Dissipatio έχει εγκαταλείψει τη ζωή στη μεγάλη πόλη και έχει αποσυρθεί στην εξοχή, βρίσκοντας πατρίδα σε μια ορεινή περιοχή, μακριά από τα ανθρώπινα δαιμόνια. Νύχτα της 1ης προς 2α Ιουνίου, παραμονή των τεσσαρακοστών γενεθλίων του, ανεβαίνει στο βουνό σε μια σπηλιά για να αυτοκτονήσει (γιατί το αρνητικό υπερτερεί του θετικού). Τελευταία στιγμή, σαν το σώμα του να αντιστέκεται στον θάνατο, αλλάζει γνώμη και γυρίζει πίσω. Κι ακριβώς την ώρα εκείνη, τη νύχτα εκείνη, συντελείται το "Γεγονός", κάτι "Ανεξήγητο": ο κόσμος τελειώνει.

Ο ανώνυμος αφηγητής επιστρέφει στο σπίτι και πέφτει για ύπνο παρέα με την "κοπέλα με το μαύρο μάτι" -ένα περίστροφο Browning 7.65- σε μια ακόμα αποτυχημένη απόπειρα τέλους. Το επόμενο πρωί, ξυπνώντας, έρχεται αντιμέτωπος με μια αλλόκοτη πραγματικότητα και με την οδυνηρή μοναξιά του σε ένα κόσμο που άξαφνα εξανεμίστηκε. Αρχίζει να περιπλανιέται εναγωνίως, διαπιστώνει ότι είναι ζωντανός ενώ κανείς άλλος δεν υπάρχει πουθενά γύρω του. Επιστρέφει στη μεγάλη πόλη, τη Χρυσούπολη / Νεκρόπολη (ίσως είναι η Ζυρίχη, θα μπορούσε να είναι το Μιλάνο), αναζητά ίχνη ζωής μέσα στους έρημους δρόμους, στα άδεια κτίρια, στα άδεια σπίτια και γραφεία, ανάμεσα στα εγκαταλαλειμμένα αυτοκίνητα και τα αντικείμενα έτσι όπως αφέθηκαν σκορπισμένα ή τακτοποιημένα από τους κατόχους τους. Πουθενά αίματα, πουθενά πτώματα, όλοι έχουν εξαϋλωθεί, όλοι άφαντοι. Όλοι και όλα ένα ρέκβιεμ.

Μονάχος μες στη μοναξιά του, ο ήρωας, χωρίς διαφυγή και χωρίς βοήθεια, με την άβυσσο του φόβου εντός του, περιφέρεται μεταξύ της μητρόπολης και της επαρχίας, αρχικά ανακουφισμένος από την έλλειψη ανθρώπινης παρουσίας και ταυτόχρονα κουρασμένος και έκπληκτος, ως ο μοναδικός επιζών.

Μπαίνει σε άδεια ξενοδοχεία, εξερευνά υπηρεσίες, νοσοκομεία και μια στρατιωτική βάση. Τα πάντα έρημα, ακίνητα, έξω απ' το χρόνο. Πηγαίνει στα γραφεία της εφημερίδας όπου εργαζόταν για να δεί άδεια γραφεία και καρέκλες και τα μηχανήματα σε λειτουργία. Έχει την επιθυμία να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με παλιούς γνώριμους αλλά μάταια, οι κλήσεις του μένουν αναπάντητες. Κι όταν αποφασίζει να ταξιδέψει για να τους συναντήσει από κοντά, φτάνει στο αεροδρόμιο για να διαπιστώσει ότι δεν υπάρχουν προσωπικό και επιβάτες και δεν πραγματοποιούνται πτήσεις. Ψάχνει για επιζώντες, για μια ψυχή για δυο ψυχές, έστω για κάποια επεξηγηματικά στοιχεία, μέσα σε μια νεκρική σιγή που δεν κυλάει αλλά συσσωρεύεται.

Είναι μόνος, ολομόναχος. Γίνεται ο ίδιος η Ανθρωπότητα και η Κοινωνία, το Εγώ δεν είναι πλέον δικό του. Συνεχώς αμφιταλαντεύεται μεταξύ της ενοχής να είναι ζωντανός και της πιθανότητας να ήταν επιτυχημένη η απόπειρα αυτοκτονίας του εκείνη τη Νύχτα. Περιπλανιέται στο κενό μουσείο του κόσμου, κοιμάται έναν ύπνο διακεκομμένο και ταραγμένο, έχει παραισθήσεις, ακούει φωνές, μονολογεί, συλλογίζεται, φιλοσοφεί -παρόλο που δεν αγαπά τη φιλοσοφία- , κάνει ενδοσκόπηση και μελέτη του εαυτού του βγαίνοντας από τον εαυτό του και το δέρμα του, θυμάται παλιότερα τη νοσηλεία του σε ιδιωτική κλινική και τον γιατρό Καρπίνσκι που γνώρισε εκεί και στον οποίο απευθύνεται συχνά είτε μεγαλόφωνα είτε μέσω μιας εσωτερικής φωνής. Φέρνει στο νου του ένα κείμενο του Ιάμβλιχου για το τέλος του κόσμου, με τίτλο "Dissipatio Humani Generis" που δηλώνει την εξάτμιση / εξύψωση / διάλυση / νεφελοποίηση / αγγελοποίηση του ανθρώπινου είδους.

Η ζωή συνεχίζεται χωρίς ανθρώπινη ζωή. Τα ζώα, τα πουλιά, η βροχή, ο αέρας και η φύση συνεχίζουν να υπάρχουν ήσυχα, φυσικά, ελεύθερα, χωρίς μεταμέλεια και συντριβή για την απρόσμενη μαζική εξαφάνιση των δίποδων πλασμάτων.

Κι ουρανός είναι πάντα στη θέση του, πάνω από τον πρώην πολύβουο αστραφτερό κόσμο που σαν μια φράση με κιμωλία σε μαυροπίνακα, μονομιάς σβήστηκε και λησμονήθηκε.

Υψηλή, κοφτερή πρόζα με αναφορές στη θεωρία του σολιψισμού και του υπάρχειν, με αιχμηρά πλάγια σχόλια για κοινωνικοπολιτικά γεγονότα και με αναφορές σε συγγραφείς και στοχαστές που συνοδεύουν τον πρώην - άνθρωπο / μετά - άνθρωπο / τον τελευταίο των ανθρώπων σε ολόκληρη τη μοναχική του πορεία και στην αναζήτηση απαντήσεων.

Εικονοπλαστική και -σε σημεία- κινηματογραφική απαράμιλλη πρωτοπρόσωπη αφήγηση εξαιρετικά μεταφρασμένη στα ελληνικά από την Μαρία Φραγκούλη, η οποία υπογράφει επίσης τις σημειώσεις και το κατατοπιστικό επίμετρο για τη ζωή και το έργο του Γκουίντο Μορσέλι.

Ευχής έργον να μεταφραστούν στη γλώσσα μας κι άλλα έργα αυτού του δεξιοτέχνη ατμόσφαιρας, ύφους και αφήγησης, ώστε να ζήσει μια δεύτερη ή μια πρώτη εκδοτική ζωή, όπως του αξίζει.
 
 
Εκδόσεις Loggia

Τετάρτη 29 Μαρτίου 2023

Αλέσιο Φορτζόνε, Napoli mon amour

 Αλέσιο Φορτζόνε, Napoli mon  amour
 
Ήδη θεωρείται από τους πιο σπουδαίους και ταλαντούχους συγγραφείς της νέας γενιάς της ιταλικής πεζογραφίας και  με το παρόν εξαιρετικό, βαθιά μελαγχολικό του μυθιστόρημα -που αποτελεί το ντεμπούτο του και μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις-, ο Alessio Forgione απέσπασε τα βραβεία Berto 2019 και Prix Méditerranée 2021. Μείγμα μυθοπλασίας και αυτοβιογραφίας, με γραφή οξυδερκή, ωμή, ειρωνική, εθιστική και με γλώσσα ηχηρή, εκλεπτυσμένη και λαμπερή μέσα στην ομιχλώδη ατμόσφαιρα της ιστορίας, ο Forgione συνδυάζει την ψυχολογική ευαισθησία και την αμείωτη ένταση αιχμαλωτίζοντας τον αναγνώστη από την πρώτη αράδα ως την συγκλονιστική τελευταία και τον κάνει να νιώθει μια ανείπωτη ευγνωμοσύνη γι' αυτό που βίωσε διαβάζοντας το "Napoli mon amour".

Στο φόντο, πρωταγωνίστρια η Νάπολη με τα χρώματα, τους δρόμους της, τις συννεφιές, τις βροχές, τις λιακάδες της, την τρυφεράδα της και τη θλιμμένη σιωπή της μέσα στο φως της, στη βουή και στο ρεύμα της ζωής. 

Στο επίκεντρο, πρωταγωνιστής είναι ο Αμορεζάνο. (Αυτό είναι το επώνυμό του αλλά όλοι τον φωνάζουν έτσι σαν να είναι το μικρό του όνομα. Σύνθετη λέξη το Amoresano που αποτελείται από το ουσιαστικό amore και το επίθετο sano που στα ελληνικά σημαίνουν αγάπη + υγιής). Ο Αμορεζάνο είναι 30 χρόνων, ζει στη Νάπολη με τους γονείς του και είναι κάτοχος δυο πτυχίων. Παλιότερα εργαζόταν στα καράβια ενώ τώρα είναι άνεργος σε ένα νωχελικό αγώνα εύρεσης εργασίας και της θέσης του στον κόσμο. Βαρύς, παραιτημένος και ράθυμος, έχει έναν μόνιμο φόβο, ένα διαρκές κράτημα και ένα συναίσθημα κενού. Υπολογίζει συνεχώς τα έξοδά του. Στον τραπεζικό του λογαριασμό έχει κάποιες οικονομίες από την προηγούμενη δουλειά του, που του  επιτρέπουν τα βράδια να βγαίνει με τον μοναδικό του φίλο, τον Ρούσο, να παρακολουθούν αγώνες ποδοσφαίρου και να πίνουν φθηνές μπύρες. Ο Αμορεζάνο είναι ένας νεαρός άντρας, εκπρόσωπος του ευρωπαϊκού "λίγο" και "τίποτα", με μια ζωή αργόσυρτη, με τυφλές προοπτικές, με βουβό άγχος, με τις μέρες του να κυλούν αδιάφορα, αργά, πανομοιότυπες η μία με την άλλη. Η ανησυχία του και η παραίτησή του αναμειγνύονται με τα όνειρα και τις φιλοδοξίες του και γεννούν ευφορία, απόγνωση και αποπροσανατολισμό.  Διαβάζει αρκετά, γράφει διηγήματα, αγαπάει πολύ την ομάδα του Νάπολι, αγαπάει όσο και μισεί την πόλη του Νάπολη που τον διώχνει και ταυτόχρονα τον κρατά αιχμάλωτο στην ασφαλή σκιά  της. Οι φωτεινές του σκέψεις είναι ελάχιστες σε αντίθεση με τις αμέτρητες σκοτεινές του καθώς ο ίδιος ακροβατεί στο τεντωμένο σχοινί της ύπαρξής του.

Οι γονείς του εργάζονται και όταν επιστρέφουν, τρώνε οι τρείς του μέσα σε μια χλιαρή ατμόσφαιρα, συζητώντας λίγο, σχεδόν κοφτά, για την ομάδα της Νάπολι και το θέμα καριέρας και μέλλοντος του Αμορεζάνο. Ο πατέρας και η μητέρα ανέχονται διακριτικά την κατάσταση του γιού τους, το βλέμμα τους και τα σχόλιά τους είναι συγκρατημένα επικριτικά.

Ο Αμορεζάνο γνωρίζει τυχαία την όμορφη Νίνα και είναι μια γνωριμία που αναζωπυρώνει τις ελπίδες του και τα όσα επιθυμεί. Η πρώην άνευρη φιλοδοξία του να γίνει συγγραφέας, δυναμώνει. Η ζωή του αρχίζει να αποκτά ένα κάποιο νόημα. Στέλνει δείγμα της συγγραφικής του δουλειάς στον λογοτεχνικό του μύθο, Ραφαέλε Λα Κάπρια, έπειτα τον συναντά από κοντά και ο ηλικιωμένος μέγας συγγραφέας, έχοντας διακρίνει το ταλέντο του Αμορεζάνο, τον προτρέπει να εκδώσει. Τα ενθαρρυντικά λόγια του Λα Κάπρια και η ερωτική του σχέση με τη Νίνα αναπτερώνουν το ηθικό του τριαντάχρονου. Κάθε έξοδος με τη Νίνα συνεπάγεται όμορφες στιγμές, ερωτισμό αλλά και την -ρεαλιστική και πλαγίως ειρωνική- αντίστροφη μέτρηση για τις οικονομίες του. Τα ραντεβού και οι ερωτικές συνευρέσεις τους σε ξενοδοχείο αρχίζουν να καταναλώνουν την ενέργεια, τον χρόνο και το τραπεζικό υπόλοιπο του Αμορεζάνο. Όταν εκείνη του προτείνει να πάει να ζήσουν μαζί στη Βαρκελώνη -η κοπέλα θα πάει, έτσι κι αλλιώς, για να παρακολουθήσει πρόγραμμα Erasmus-, η χρωματιστή θέα που αντίκριζε ο Αμορεζάνο, μεμιάς θολώνει, συννεφιάζει και του φέρνει αναστάτωση και θυμό και μια βαθιά απογοήτευση ότι τελικά η χαρά έχει ημερομηνία λήξης, ότι η αγάπη είναι μια τεράστια αιμορραγία, ότι η ευτυχία κοστίζει πολλά ευρώ. Η ελπίδα του νεαρού ότι θα ζούσε με αυτό το κορίτσι μια ωραία σχέση, εξανεμίζεται. Και πραγματοποιείται η επιστροφή του στο αβάσταχτο της καθημερινότητας, στην ανεπάρκεια του να ζει σε ένα κόσμο που του στερεί μια θέση, στην συνειδητοποίηση της αδυναμίας να λειτουργήσει κάτι  ομαλά, χωρίς κόπο και εμπόδια και στην αυξανόμενη αγωνία του για τις λιγοστές του πια οικονομίες που θα τον ωθήσουν στην αυτο - καταστροφή.

Η ταυτότητα του Αμορεζάνο είναι διαποτισμένη από το βαθύ μπλε της θάλασσας, από τη Νάπολη, τα σοκάκια της, το φως και το σκοτάδι της και την τάση της να παραμένει απαράλλαχτη σ' ένα κόσμο που αλλάζει. Και, ουσιαστικά, η ταυτότητα του Αμορεζάνο είναι η ταυτότητα του καθενός μας που -προσωπικά, εθνικά και παγκοσμίως τρομαγμένοι και προδομένοι- βρισκόμαστε σε πεδίο μάχης με τις ματαιώσεις, την ατομική και συλλογική μοναξιά, με τις ήττες μας και τις λιγοστές μας νίκες, με την έλλειψη τόλμης και διάθεσης να προβούμε σε ριζοσπαστικές αλλαγές στη μέτρια ζωή μας.

Το ντεμπούτο του Alessio Forgione εκπλήσσει ευχάριστα. Είναι ολοφάνερη η αφηγηματική του δεινότητα, με μια φωνή που ψιθυρίζει ότι όλα καταρρέουν αθόρυβα και μας καθησυχάζει πως από τα ερείπια θα γεννηθεί μια νέα ζωή χάρη στο γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας. Φιλοτεχνεί με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες το σκιώδες πορτραίτο του ήρωά του και, με τη χρήση της πρωτοπρόσωπης εξιστόρησης, μας ανοίγει όλες τις πόρτες εισόδου για να μπούμε στο μυαλό του Αμορεζάνο, να δούμε και να αφουγκραστούμε όσα ποτέ δεν αποκαλύπτει σε κανέναν.

Με διακειμενικές αναφορές, με ολοζώντανους ρεαλιστικούς διαλόγους, με θλιβερό χιούμορ, με έναν  τίτλο εμπνευσμένα εμπνευσμένο από τον τίτλο της ταινίας "Hiroshima mon amour", του Alain Resnais σε σενάριο της Marguerite Duras, -ταινία που παρακολουθούν μαζί ο Αμορεζάνο και η Νίνα στην αρχή του ειδυλλίου  τους- και παραλληλίζει το σύντομο τέλος της ευτυχίας, την ομορφιά και τη φρίκη της λήθης, ο Alessio Forgione, σε αυτό το πρώτο του εκθαμβωτικά μελαγχολικό έργο, αποδεικνύει περίτρανα το ταλέντο του και την εργατικότητά του πάνω στο χτίσιμο των λέξεων που οικοδομούν σε ακλόνητα θεμέλια μια ιστορία πικρή, σπαρακτική και "ενοχλητική" που ταρακουνά και προβληματίζει, όπως η αλήθεια.

Η Δέσποινα Γιαννοπούλου υπογράφει μια θαυμάσια μετάφραση και τις απαραίτητες σημειώσεις και ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος θαυμαστά υπεύθυνος στο κομμάτι της επιμέλειας.
 
Εκδόσεις  Πόλις

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2023

Nicola Lecca, Το κρυστάλλινο τρένο

Nicola  Lecca, Το κρυστάλλινο τρένο

Πρώτη φορά μεταφρασμένος στα ελληνικά ο πολυβραβευμένος Ιταλός συγγραφέας Nicola Lecca, με έργα του να έχουν εκδοθεί σε 16 ευρωπαϊκές χώρες και στη Βραζιλία και με άρθρα του να εμφανίζονται συχνά σε μεγάλες εφημερίδες και περιοδικά της Ιταλίας. Ο Lecca πραγματικά κερδίζει τις καλύτερες των εντυπώσεων με το παρόν μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κέλευθος.

Φτιαγμένο με εξαιρετικά υλικά, με σφιχτοδεμένη πλοκή και καλοχτισμένη δομή, κινηματογραφική αφήγηση, ανατροπές, καλά μελετημένους και δυνατούς χαρακτήρες, το "Κρυστάλλινο τρένο" είναι ένα σκληρό παραμύθι, μια προσεγμένη και ενδελεχής διαδρομή στα πιο βαθιά σημεία των συναισθημάτων, είναι - κυριολεκτικά - ένα μεγάλο ταξίδι που καλύπτει χιλιόμετρα από την Αγγλία ως την Κροατία και περιλαμβάνει ακριβείς περιγραφές των τόπων, της αρχιτεκτονικής τους, των αρωμάτων τους και των καιρικών συνθηκών, ώστε ο αναγνώστης νιώθει ότι βυθίζεται στις σελίδες, ταξιδεύει και περιπλανιέται κάτω απ΄τον ήλιο, μέσα στο κρύο, πάνω στο χιόνι. Μυθιστόρημα δρόμου, βιωμάτων, ενδιάμεσων στάσεων, γεύσεων κινδύνου / αδημονίας / πίκρας / γλύκας, ανθρώπινων ιστοριών που συνυφαίνονται με μεταξωτές κλωστές και ενώνουν μοίρες, αποφάσεις, βήματα, λάθη, μυστικά, φόβους, προσωπικές μοναξιές, τσακίσματα, σύντομα συναισθήματα ψυχικής ανάτασης, σκοτάδια που αγκαλιάζουν ίχνη αχτίδων και σκοτάδια πιο φρικτά απ' αυτά που είναι ορατά.

Η ιστορία ξεκινά το 1993 στο Ζάγκρεμπ. Ο δεκαοχτάχρονος Μπόρνα Μπάρτσιτς είναι το μοναχοπαίδι δυο εργατών σε εργοστάσιο κύβων ζωμού, δυο γονιών με μορφή κυκλώπων με ένα μόνο μάτι: επικριτικό και ανικανοποίητο. Χωρίς το άλλο μάτι: το τρυφερό, το στοργικό, το γεμάτο κατανόηση και ενσυναίσθηση. Ο νεαρός Μπόρνα είναι ασφυκτικά μεγαλωμένος στην εργατική τους κατοικία, στερημένος συναισθημάτων και κοινωνικών συναναστροφών, μοναχικός, αδέξιος, "θύμα" μιας ζωής υπαγορευμένης γιατί - σύμφωνα με τους δικούς του - ο έξω κόσμος είναι επικίνδυνος για την κρυστάλλινη προσωπικότητά του. Προκειμένου να κερδίσει λίγα ψίχουλα αγάπης, πραγματοποιεί αυτό που οι γονείς του - αφού δεν το κατάφεραν οι ίδιοι κάποτε - απαίτησαν από τον γιο τους να κάνει: να γίνει ένας φημισμένος πιανίστας, κάτι που θα δώσει κύρος στην οικογένεια και θα εκπληρώσει την κοινωνική τους ρεβάνς. Ο Μπόρνα δίνει το πρώτο του ρεσιτάλ πιάνου με μεγάλη επιτυχία και με ανείπωτη πικρία. Λίγο αργότερα, και οι δυο γονείς του πεθαίνουν από το βακτήριο της αλλαντίασης κι εκείνος μένει ξαφνικά μόνος με μια αμήχανη ελευθερία, εν μέσω πολέμου και χρεών. Κι όσο περνούν τα χρόνια, τα δαιμόνια της διαπαιδαγώγησής του συνεχίζουν το έργο τους από τάφου και σημαδεύουν την εξέλιξή του. Ένα ταξίδι με τρένο από την Ουγγαρία -όπου ο Μπόρνα δίνει μια ακόμα συναυλία του - προς το Ζάγκρεμπ θα προκαλέσει μια ανυπολόγιστη ανατροπή.

13 Ιανουαρίου του 2014, στο Μπρόντστερς της ανατολικής ακτής της Αγγλίας, ο Άαρον Άρτσιτς γιορτάζει τα δέκατα όγδοα γενέθλιά του με τη μητέρα του, Άνια. Πρόσφυγες από την Κροατία, ήρθαν στην Αγγλία οι δυο τους όταν ο Άαρον ήταν μωρό, σε αναζήτηση καλύτερης ζωής. Η Άνια είναι ταμίας σε σούπερ μάρκετ, με διαγνωσμένη ψυχική διαταραχή, μανιοκαταθλιπτική, με ψυχή διπλοκλειδωμένη και συναισθήματα που αιωρούνται ανάμεσα στο σκοτάδι και στο ημίφως. Επιβλητική ως παρουσία, νοσηρά προστατευτική απέναντι στον μοναχογιό της, κάνει τα σχέδιά της σχέδιά του, χρησιμοποιεί τις κρίσεις της ως τέχνασμα για να του τραβάει την προσοχή και να γίνεται αυτό που εκείνη θέλει.Το παρελθόν τους και οι λόγοι φυγής τους από την πατρίδα τους είναι απαγορευμένη ζώνη.    Ο Άαρον εργάζεται ως μαθητευόμενος σε παγωτατζίδικο, έχει ελάχιστους φίλους ενώ συνομιλεί διαδικτυακά με την Κρίσταλ, ένα κορίτσι από την Ουαλία. Μεταξύ τους αναπτύσσεται μια τρυφερή σχέση κι ένας δυνατός έρωτας από την πλευρά του Άαρον. Εκείνη αρνείται να φανερώσει το πρόσωπό της στις βιντεοκλήσεις, εκείνος επιμένει να συντηθούν. Κι έπειτα, ξαφνική σιωπή. Η Κρίσταλ εξαφανίζεται μυστηριωδώς. Κι έπειτα, ένα έγγραφο φτάνει στα χέρια του Άαρον που φέρνει τα πάνω κάτω στη ζωή του και γίνεται η αφορμή ενός συγκλονιστικού ταξιδιού του αγοριού από την Αγγλία προς το Ζάγκρεμπ. Οι πόλεις που συναντά και στις οποίες διαμένει για λίγο, τον μαγεύουν: Αμβούργο, Πράγα, Μπρατισλάβα, Λιουμπλιάνα, Ζάγκρεμπ.

Ο Άαρον μακριά από τα μητρικά δεσμά, ελέυθερος, έρχεται σε επαφή με διαφορετικούς ανθρώπους και χαρακτήρες, μπαίνει σε περιπέτειες, ταλαντεύεται μεταξύ στερεάς γης και χείλους του γκρεμού, συνεχίζει πάντα να σκέφτεται την Κρίσταλ και να επικοινωνεί μαζί της χωρίς αποτέλεσμα. Κάνει βήματα σταθερά και ασταθή προς την απότομη ενηλικίωση, ερχόμενος σε σύγκρουση με τον εσωτερικό του κόσμο, με μυστικά που του φανερώνονται, με τη ζωή που αλλάζει, αποκαλύπτει και ξαφνιάζει, με τις μικρές και μεγάλες τραγωδίες που παραμονεύουν πίσω από μικρές και μεγάλες ανομολόγητες αλήθειες, με τον αέρα της αυτογνωσίας να φυσά παγωμένος και να επικαλείται το όνομα της συγχώρεσης και με την έντασή του να σπάει τις αλυσίδες των ασφυκτικών οικογενειακών δεσμών.

Δυο κρυστάλλινοι ήρωες - ο Μπόρνα, πριν και ο Άαρον, μετά - ταξιδιώτες σε κοινό κρυστάλλινο τρένο με προορισμό έναν κοινό κρυστάλλινο τόπο που οι αποκαλύψεις του κόβουν σαν γυαλί.

Μυθιστόρημα - ψυχογράφημα - εναλλακτικό παραμύθι βαθιά συγκινητικό, με την διεισδυτική γραφή του Nicola Lecca που σχεδιάζει πάνω στον παγκόσμιο λογοτεχνικό χάρτη, ένα ταξίδι με κρυστάλλινο τρένο στα τρίσβαθα του μυαλού, της καρδιάς, των σκέψεων, των πράξεων και των τραυμάτων του καθενός μας.

Θαυμάσια η μετάφραση από την Γιώτα Καλογεροπούλου.
 
Εκδόσεις  Κέλευθος

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2022

Giorgio Bassani, Το μυθιστόρημα της Φεράρας (Α' - Β' τόμος)

Giorgio Bassani, Το μυθιστόρημα της Φεράρας (Α' - Β' τόμος)

 
'Εξι εμβληματικά έργα, δυο τόμοι, 1200 περίπου σελίδες, ένα εκδοτικό γεγονός! "Το μυθιστόρημα της Φεράρας" στην ολοκληρωμένη του εκδοχή κυκλοφόρησε φέτος το καλοκαίρι - σαν θησαυρός από παλιό ναυάγιο που βγήκε στην επιφάνεια - και διαβάστηκε λέξη λέξη, πρόταση πρόταση υπό το φως του ήλιου, υπό το τρεμοφέγγισμα των αστεριών, στη σιγαλιά της νύχτας, ως μελέτη γραφής, ύφους, ατμόσφαιρας, ψυχογραφήματος και πιστής αναπαράστασης των δρόμων, των κτισμάτων, της φύσης και της κομψότητας μιας μικρής πόλης.

Καρπός μιας ολόκληρης ζωής τα διηγήματα και τα μυθιστορήματα του Giorgio Bassani αποτελούν - σε πρώτη ματιά - βιβλία αυτόνομα και διαφορετικά μεταξύ τους τα οποία όμως συνδέονται οργανικά και αριστοτεχνικά από το λεπτό δυνατό νήμα που γνέθει η  βασική πρωταγωνίστρια των ιστοριών και που ενώνει πρόσωπα, ζωές και καταστάσεις.

Η Φεράρα πρωταγωνιστεί, θυμάται, ξεχνά, ψιθυρίζει, παρηγορεί, κρύβει μυστικά, ξεδιπλώνεται, φωτίζει και φωτίζεται κομμάτι κομμάτι στον αναγνωστικό χάρτη που τρυφερά εναποθέτει στα χέρια μας ο μεγάλος αυτός συγγραφέας, που κυριολεκτικά μαγεύει με την εκθαμβωτική αφήγησή του.

Ένα πλήθος χαρακτήρων στη Φεράρα και γύρω από αυτή - των δικών της, των ντόπιων, των ξένων - αγωνιούν, φλερτάρουν με τη θολή πλευρά της μνήμης, ερωτεύονται, απογοητεύονται, συναντούν το παράλογο, βιώνουν έντονα την υπαρξιακή τους κρίση, την απόρριψη και το τραύμα, ματαιοπονούν, ταπεινώνουν και ταπεινώνονται, προδίδουν και προδίδονται, πέφτουν στα μαύρα νερά της λύπης, των πληγών και του αναπόφευκτου. Θύτες και θύματα της μοίρας, του έρωτα και της Ιστορίας, μέσα σε κήπους, πίσω από πόρτες, μπροστά στη βιτρίνα ενός ταριχευτηρίου, στα σιωπηλά βλέμματα την ώρα ενός γεύματος ή μιας τυχαίας συνάντησης, στα όσα δεν λέγονται αλλά εννοούνται με μια ανεπαίσθητη κίνηση, με μια μεγάλη παύση, φροντίζουν μάταια τα τραύματά τους και αντιμετωπίζουν στωικά τη ζωή που αλλάζει και τους αλλάζει.

Στα έξι βιβλία της Φεράρας δεν υπάρχει αίσθηση ιστορίας που ρέει και προκαλεί διαφοροποιήσεις και ανατροπές γιατί αυτά συμβαίνουν αθόρυβα κάτω απ' το πρώτο στρώμα της αφήγησης με μια υπόκωφη ύπουλη ένταση. Το αφηγηματικό "εγώ" συναντά το αφηγηματικό "αυτός", "αυτή", "εμείς", "αυτοί" και οι μικρές ιστορίες συγχωνεύονται μέσα στον ασκό της Ιστορίας. Το ατομικό χαρακτηριστικό ενώνεται με το αντίστοιχο συλλογικό χωρίς εξάρσεις, με μια ποιητική ησυχία και ένα θαυμάσιο κινηματογραφικό τρόπο που χρησιμοποιεί ο Bassani για να εξιστορήσει - σε μη γραμμικό ύφος - γεγονότα και ημέρες της εβραϊκής κοινότητας στη Φεράρα, την άνοδο και την πτώση της κατά το ήμισυ του 20ου αιώνα ενώ παράλληλα χτίζει με μαεστρία μια σπονδυλωτή αυτοβιογραφία της ζωής του και της πατρίδας του. Σκαλίζει ζητήματα όπως η ανάκτηση της μνήμης και η απόρριψη της άγνοιας, ασχολείται με την τραγωδία του ανθρώπου που είναι ολομόναχος ανάμεσα στους άλλους και εδώ ακριβώς αναδύονται τα στοιχεία του βαθιά ανθρώπινου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που φεγγοβολούν απ΄ άκρη σ' άκρη σε ολόκληρη την έκταση των έργων του.

Ο εβραϊκός μικρόκοσμος - ένας κόσμος ολόκληρος - δεν αναπαρίσταται με ντοκουμενταρίστικο τρόπο όσον αφορά τους διωγμούς και το δράμα του από το φασιστικό καθεστώς. Ο Bassani ως ποιητής ποιητικά, κινηματογραφικά, με συνεχή κίνηση μέσα στο χρόνο, με απαλές αποχρώσεις δημιουργεί τα πορτρέτα της πόλης του και των κατοίκων της για να μας μείνουν αλησμόνητα και το καταφέρνει επάξια.  Ο συγγραφέας / αφηγητής κάνει τη διαδρομή προς την ενηλικίωση μαζί τους ενώ η Ιστορία στο φόντο μεταμορφώνεται και αφήνει απ' τον κόρφο της να γλιστρήσει το φίδι του ναζισμού που σέρνεται και δηλητηριάζει ό,τι πριν έμοιαζε με μικρό παράδεισο.

Το πρώτο βιβλίο με τίτλο "Εντός των τειχών" αποτελείται από πέντε εξαιρετικά διηγήματα με ήρωες καθημερινούς ανθρώπους, με τη θλίψη τους και τις ανάσες τους κύματα στη ροή της Ιστορίας.

Στο δεύτερο βιβλίο με τίτλο "Τα χρυσά γυαλιά", σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ζωντανεύει η ιστορία του γιατρού Φαντιγκάτι που οδηγείται στην περιθωριοποίηση και στην αυτοκτονία, λόγω της σεξουαλικής του ταυτότητας, περικυκλωμένος από γενική εχθρότητα και γνωρίζοντας την ταπείνωση κατά την περίοδο της αντισημιτικής εκστρατείας.

Το τρίτο βιβλίο "Ο κήπος των Φίντζι Κοντίνι" είναι ίσως το πιο διάσημο έργο του συγγραφέα (μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Βιτόριο Ντε Σικά, το 1970), με επίκεντρο τη μοίρα μιας πλούσιας εβραϊκής οικογένειας που παρασύρεται από τα αγριεμένα νερά της φυλετικής δίωξης. Ο άλλοτε παραδεισένιος κήπος, η νιότη των ηρώων κι ένας έρωτας που ανθίζει, έχουν τραγικό επίλογο.

Στο τέταρτο βιβλίο, "Πίσω από την πόρτα" έχουμε την ιστορία δυο νεαρών αγοριών, τη φιλία τους, την κοινή τους εφηβεία, την προδοσία και το τέλος, σε μια ατμόσφαιρα σαδιστική.

"Ο Ερωδιός", το πέμπτο βιβλίο, θεωρείται από αρκετούς το αριστούργημα του Bassani. Είναι το χρονικό μιας μέρας κυνηγιού. Εδώ ο ερωδιός - θύμα πυροβολισμού και ο αργός θάνατός του γίνεται ο καθρέφτης του κεντρικού ήρωα ο οποίος αναμετριέται με τις αγωνίες του Κόσμου και το αναπόφευκτο του θανάτου. Το ανεξήγητο κενό του παρόντος, το παράλογο της ύπαρξης και η επίγνωση του τέλους είναι τα θέματα που εδώ ο συγγραφέας "σκηνοθετεί" ρεαλιστικά και μινιμαλιστικά.

"Η μυρωδιά του κομμένου χόρτου" είναι το έκτο βιβλίο που αποτελείται από έξι ελκυστικά αυτοβιογραφικά κείμενα με το τελευταίο - υπό τον τίτλο "Εκεί πέρα, στο τέρμα του διαδρόμου" - να είναι μια διαφωτιστική επίσκεψη στο εργαστήρι του συγγραφέα, στις σκέψεις του για τη γραφή και την κατασκευή ιστοριών και χαρακτήρων.

Ένα ακόμα αμύθητης αξίας λογοτεχνικό διαμάντι που ήρθε να προστεθεί ανάμεσα στα υπόλοιπα της μεγαλοπρεπούς σειράς Orbis Literae των εκδόσεων Gutenberg, "Το μυθιστόρημα της Φεράρας", αυτό το ανυπέρβλητο έργο της ιταλικής πεζογραφίας που διατρέχει πενήντα χρόνια ιταλικής Ιστορίας, είχε την τεράστια τύχη να μεταφραστεί από τον Γιώργο Κεντρωτή που έγραψε επίσης ένα σύντομο πρόλογο, εφοδίασε το έργο με σημαντικές σημειώσεις και ανέδειξε επιτυχώς όλη την παλέτα των αποχρώσεων της απαράμιλλης γραφής του Giorgio Bassani.
 
 
Εκδόσεις  Gutenberg / σειρά  Orbis Literae

Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2021

Αλεσσάντρο Μπαρίκκο, Χωρίς αίμα

Αλεσσάντρο Μπαρίκκο,  Χωρίς αίμα


Πολυβραβευμένος ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο, έχει γράψει - και γράφει - μυθιστορήματα, θεατρικά έργα και δοκίμια αλλά πάντα θα χαρακτηρίζεται ως ο σημαντικός Ιταλός παραμυθάς ενηλίκων, με το δικό του αναγνωρίσιμο στιλ γραφής, την οικονομία λόγου, το ελλειπτικό ύφος και τους συμβολισμούς.
 
Η συγκεκριμένη νουβέλα κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2005 σε καλοδουλεμένη μετάφραση της Άννας Παπασταύρου, χωρίς να γνωρίσει την ίδια επιτυχία με τον "Ωκεανό" και το "Μετάξι", δύο ακόμα θαυμάσια έργα του Μπαρρίκο.
 
Στο "Χωρίς αίμα", ο τόπος και ο χρόνος δεν είναι ακριβείς ή ίσως εννοούνται. Ο συγγραφέας βάζει στο αφηγηματικό παιχνίδι τον αναγνώστη και του δίνει ευκαιρία για σκέψη και εικασίες αλλά και κλειδιά να ανοίξει πολλαπλές πόρτες.
 
Χωρισμένο σε δύο μέρη, όλα σε αυτό το άγριο σύντομο παραμύθι ξεκινάνε με ένα φονικό και τελειώνουν με ένα χάδι. Στο πρώτο μέρος, ο Μανουέλ Ρόκα, με τα δύο του παιδιά, στο σπίτι τους σε μια αγροτική περιοχή, ακούει τον ήχο ενός αυτοκινήτου και ξέρει τι να περιμένει. Κρύβει την μικρή του κόρη, Νίνα, κάτω από την καταπακτή της οικείας και υποδέχεται τον θάνατο. Τέσσερις άνδρες εισβάλλουν στο σπίτι και σκοτώνουν τον Ρόκα και τον μικρό του γιο. Έγκλημα εκδίκησης μιας και ο Ρόκα υπήρξε γιατρός σε πρόσφατο πόλεμο και θεωρήθηκε υπεύθυνος για ιατρικά πειράματα πάνω σε ανθρώπινα σώματα. (Πιθανή τοποθεσία λοιπόν, κάπου στην Ισπανία μετά τον Ισπανικό Εμφύλιο).
 
Ο Τίτο, ο νεότερος της ομάδας των εκτελεστών του Ρόκα, ανακαλύπτει τη μικρή Νίνα, τη βλέπει για λίγο κάτω από τις ξύλινες σανίδες της καταπακτής και αυτό είναι το μυστικό του για τα επόμενα χρόνια.
 
Στο δεύτερο μέρος, πολλά χρόνια μετά, μια γοητευτική μεσήλικη γυναίκα, στο κέντρο μιας μεγάλης πόλης, συναντά έναν ηλικιωμένο άντρα. Εκείνη είναι η Νίνα, εκείνος είναι ο Τίτο. Βγαίνουν μαζί, συνομιλούν, ανακατασκευάζουν τα γεγονότα του τότε. Ο Τίτο είναι για τη Νίνα καταλύτης για να διαχειριστεί το τραύμα της που έμεινε ορθάνοιχτο. Τον προσκαλεί σε αναπαράσταση και διαδρομή εκδίκησης. Χωρίς αίμα!
 
Ήσυχη μινιμαλιστική πρόζα, παύσεις, αφαιρετικοί μονόλογοι και διάλογοι χωρίς λεπτομέρειες. Λιτή, δυνατή, ποιητική ιστορία εκδίκησης, απώλειας, μνήμης και συγχώρεσης για το πώς το παρελθόν διαμορφώνει όσα έρχονται μετά.
 
 
Εκδόσεις Πατάκη

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2021

Τσέζαρε Παβέζε, Ο σύντροφος

Τσέζαρε Παβέζε, Ο σύντροφος



Γραμμένο το 1946, το παρόν μυθιστόρημα θεωρήθηκε από τα λιγότερο επιτυχημένα του σπουδαίου πεζογράφου και ποιητή Τσέζαρε Παβέζε. Δέχθηκε από μέτριες έως αρνητικές κριτικές για το λόγο ότι η πολιτική δέσμευση του συγγραφέα δεν γίνεται φανερά αντιληπτή ως βαθιά εσωτερική ανάγκη αλλά μοιάζει με απλή πράξη επίδειξης ή ότι το έργο έχει έναν ανεπαρκή και άνισο διδακτικό χαρακτήρα. Όπως συμβαίνει με όλα τα σημαντικά μυθιστορήματα, ο χρόνος ασκεί την καλύτερη κριτική και στο πέρασμά του αποδεικνύεται πώς ένα "καταδικασμένο" κείμενο έρχεται ξανά στο φως, αναγιγνώσκεται υπό άλλο πρίσμα και σε κατάλληλη χρονική στιγμή και η ήσυχη λάμψη του είναι εμφανέστατη.
 
Έτσι και αυτό το βαθιά συγκινητικό, πολιτικό και αλληγορικό έργο γνωρίζει μια νέα ζωή χάρη στις εκδόσεις Καστανιώτη που το εξέδωσαν ξανά μετά από πολλά χρόνια. (Πρώτη κυκλοφορία στα ελληνικά από τις εκδόσεις Οδυσσέας το 1979). Ο Παβέζε, μέσω της αφήγησης του πρωταγωνιστή του, Πάμπλο, αντικρίζει τη συννεφιά και την ηλιοφάνεια αυτού του κόσμου με τα μάτια ενός Παζολίνι, με πλάνα στην επαρχία, στην φωταγωγημένη πόλη, στα καφενεία, στις φτωχογειτονιές των εργατών, στα καταστήματα, στους πόθους των σκέψεων και των σωμάτων.
 
Ο Πάμπλο, ένας μικροαστός νέος, κοινωνικά απομονωμένος, υποταγμένος στη δυσφορία της καθημερινότητάς του στο Τορίνο, παίζει κιθάρα ψάχνοντας μέσα στις συγχορδίες εαυτό, ταυτότητα, γεύση ζωής και ίχνη θαμμένης επανάστασης σε ό,τι τον κάνει να σιωπά. Βιώνει την υπαρξιακή του ανησυχία ώσπου συναντά τον έρωτα στο πρόσωπο μιας γυναίκας εκ διαμέτρου αντίθετης από εκείνον. Δραπετεύει έπειτα από το Τορίνο για τη Ρώμη σε μια διαδρομή πολιτικής και κοινωνικής ανάπτυξης και απόκτησης ταξικής συνείδησης.
 
Συναντά ανθρώπους με κοινό όραμα - και με το μυαλό του υποταγμένο στον παλιό του φίλο και πρότυπο, Αμέλιο - ο Πάμπλο μεταμορφώνεται, ωριμάζει, εκπαιδεύεται ιδεολογικά στον κομμουνισμό, βρίσκει ένα δρόμο προς την πολιτική οδό που τον συνδέει με άλλους, γίνεται σύντροφό τους.
 
Ο Παβέζε ανατέμνει την κοινωνία της Ιταλίας, σκιαγραφεί τους ανθρώπους εισχωρώντας βαθιά στις σκέψεις και τις πράξεις τους, καταγράφει φόβους κι ελπίδες, ζωγραφίζει στα σκοτεινά έναν μικρό ήλιο - σύμβολο πάλης ενάντια σε κάθε φασισμό φανερώνοντας δρόμο για επανένταξη όσων αποκλεισμένων. Η φωνή του Πάμπλο είναι ουσιαστικά η φωνή του συγγραφέα, παγιδευμένη στην εποχή της και στον υπαρξιακό της πόλεμο.
 
Μετάφραση του Γιάννη Η. Παππά. 

Εκδόσεις Καστανιώτη

Τρίτη 20 Ιουλίου 2021

Μάριο Αντρέα Ριγκόνι, Η σκοτεινή όψη των πραγμάτων

Μάριο Αντρέα Ριγκόνι,  Η σκοτεινή όψη των πραγμάτων

Ο Μάριο Αντρέα Ριγκόνι είναι καθηγητής Ιταλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβα, ποιητής, δοκιμιογράφος, μελετητής του Λεοπάρντι, μεταφραστής του έργου του Σιοράν στα ιταλικά και, κυρίως, ένας έξοχος αφηγητής και δεξιοτέχνης της μικρής φόρμας.
 
Χάρη στις εκδόσεις Loggia και σε αυτόν τον καλαίσθητο τόμο που μόλις εξέδωσαν, είναι ανείπωτη η χαρά συνάντησης με την υψηλής αισθητικής γραφή του Ιταλού λόγιου.
 
Δεκαεπτά διηγήματα και ένα παραμύθι -σαν έργα τέχνης μεγάλης αξίας- για το τυχαίο, το καθημερινό, το απόκοσμο, για τα τέρατα και τις παρεκκλίσεις του μέσα κόσμου των ανθρώπων. Γραμμένα σε ύφος πνευματώδες, ευφυές, ονειρικό, ατμοσφαιρικό και ρεαλιστικό και με μια τεχνική που θα όφειλε να διδάσκεται στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής.  Δεκαεπτά συν μία ιστορίες-θαύματα σύλληψης και λόγου: μια παράνομη σχέση και η τιμωρία, ένα αθώο παιχνίδι που καταλήγει σε εξομολόγηση και συνταρακτική αποκάλυψη, μια γλυκόπικρη πλάνη για τη δίψα ανθρώπινης επαφής, ένα τρένο που ταξιδεύει με έναν μονάχα επιβάτη μες στη νύχτα, στην άλλη μεριά, και προκαλεί ουρλιαχτό. Μια βουτιά στη λήθη και μια επιστροφή σαν τρυφερή αρχή. Ένας άντρας σε αναπηρικό καροτσάκι απολαμβάνει το παιχνίδι λέξεων, τόπων και ονομάτων. Ένα ακίνητο σώμα κυλάει προς την Κόλαση καθώς μεταμορφώνεται "σε ψυχική ενέργεια που αποκρούει τον ίδιο της τον εαυτό και του επιτίθεται". 
 
Μια επιστροφή από το παρελθόν με έναν μαύρο στρόβιλο μνήμης. Μια στιγμιαία πτώση έξω από το χρόνο στη μάταιη ομορφιά.
 
Κι ένα παραμύθι για μια πληγή κι ένα δεντρόσπιτο.
 
Με γεύση και αναπνοές απο Καλβίνο, Μπόρχες, Μοράβια, Κάφκα και Πόε, ο Ριγκόνι αφηγείται υπαινικτικά σαγηνευτικές ιστορίες με την χρήση οικονομίας λόγου, για την σκοτεινή αθέατη όψη των πραγμάτων και τον αντικατοπτρισμό τους στους καθρέφτες της αλήθειας και της φαντασίας.
 
Η υπέροχη μετάφραση της Μαρίας Φραγκούλη αναδεικνύει όλο τον πλούτο και τον ρυθμό της γλώσσας αυτού του σπουδαίου συγγραφέα, του οποίου η άφιξη στα εκδοτικά μας πράγματα, αναμφισβήτητα αποτελεί μια από τις πιο μεγάλες εκπλήξεις της χρονιάς που διανύουμε.
 
 
Εκδόσεις Loggia

Δευτέρα 5 Ιουλίου 2021

Γκαμπριέλε Ρομανιόλι, Η κακή συνήθεια του έρωτα

Γκαμπριέλε Ρομανιόλι,  Η κακή συνήθεια του έρωτα



Ένα ακόμα ξεχωριστό βιβλίο, το πρώτο του Γκαμπριέλε Ρομανιόλι που μεταφράζεται στα ελληνικά, μια εξαιρετική συλλογή διηγημάτων που πολύ πρόσφατα προστέθηκε στον κατάλογο των εκδόσεων Σκαρίφημα.
 
Ο Ρομανιόλι με την διεισδυτική γραφή του έδωσε φωνή σε τριάντα γυναίκες, των οποίων οι αφηγήσεις κυριολεκτικά ηλεκτρίζουν. Με κινήσεις ακριβείας εισχώρησε στις πιο ιδιωτικές κρυψώνες του μυαλού τους και ανέδειξε τις πιο μύχιες σκέψεις τους, τους φόβους, τα μυστικά και τα ανομολόγητά τους, με φόντο το βαθύ κόκκινο του έρωτα που υψώνει, σαρώνει και διαλύει.
 
Τριάντα ιστορίες που δεν ξεπερνούν τις τρεις σελίδες σε έκταση, τριάντα γυναίκες, τριάντα βιωματικές ερμηνείες μονολόγων για την κακή συνήθεια του έρωτα.
 
Οι ηρωίδες είναι πλάσματα ευάλωτα ή σκληρά με έντονες συναισθηματικές αστάθειες και συγκρούσεις. Άλλες, για τη συνήθεια του έρωτα, καταστρέφουν και καταστρέφονται, αποδέχονται ή αρνούνται την αλήθεια που προκαλεί συντρίμμια, ζουν δανεική ζωή ή ζωή μέσα σε chatroom, φεύγουν, επιστρέφουν, κερδίζουν και χάνουν.
 
Υπάρχει εκείνη που αγκαλιάζει το σώμα του έρωτα μέσα στο απόλυτο σκοτάδι και η άλλη που γεύεται τους χυμούς ξένων σωμάτων στην αίθουσα του κινηματογράφου μέχρι που σφίγγει στα χέρια της το πορφυρό ρόδο του Καΐρου μετά τους  τίτλους τέλους.
 
Υπάρχει εκείνη που βρίσκεται σε μια ενέδρα στα σύνορα του ύπνου, άγρυπνος φρουρός, αγνοώντας μια κόκκινη κηλίδα στο σεντόνι. Εκείνη που απελευθερώνεται με ένα αγγελικό φύσημα μετά το αγγελικό θαύμα της θεραπείας της. Εκείνη για την οποία ο μεγάλος έρωτας γίνεται φωτογραφία και όνομα σε μια στήλη στην άκρη του δρόμου.
 
Ζωές στον αέρα, ζωές στη γη, χωρίς χάρτη σε λάθος πορεία. Μοίρα προκαθορισμένη στην οποία, γυναίκες και άντρες, παραδίδονται χωρίς την παραμικρή αντίσταση.
 
Μια άδεια σκηνή, γυναίκες η μια δίπλα στην άλλη σε στιγμή εξομολόγησης, ένας προβολέας που αλλάζει χρώματα και φωτίζει σκαμμένα χαρακτηριστικά, απωθημένα και συναισθήματα σε αυτές τις σπαρακτικά ρεαλιστικές αφηγήσεις.
 
Άψογη απόδοση και μετάφραση από την Αρχοντία Κυπριώτου.
 
 
Εκδόσεις Σκαρίφημα

Παρασκευή 11 Ιουνίου 2021

Νικόλα Πουλιέζε, Σκοτεινό νερό

Νικόλα Πουλιέζε, Σκοτεινό νερό
 
Γράφτηκε το φθινόπωρο του 1976, κυκλοφόρησε το 1977. Έπειτα εξαντλήθηκε χωρίς να γνωρίσει επόμενη επανέκδοση. Διαμάντι που βυθίστηκε αργά στα χλιαρά νερά της λήθης αλλά, πάντοτε, τα νερά και τα ρεύματα φέρνουν στην επιφάνεια θησαυρούς από παλιό ναυάγιο. Το 2013, το "Σκοτεινό νερό" επανακυκλοφόρησε, ξεκίνησε δεύτερη ζωή και δεύτερο ταξίδι με πρίμο τον καιρό.
 
Από τον Μάιο του 2020, χάρη στις εκδόσεις Loggia, στον Νίκο Κουφάκη και στην αξιοθαύμαστη δουλειά της Ευαγγελίας Γιάννου σε μετάφραση και επίμετρο, αυτό το σπουδαίο έργο κοσμεί τα ράφια και τις προβολές των βιβλιοπωλείων και ήδη κατέχει θέση περίοπτη στις καρδιές των Ελλήνων αναγνωστών. Σπουδαίο μέσα στην ιδιαιτερότητά του, το "Σκοτεινό νερό", δεν έχει την γραμμική αφήγηση ενός συνηθισμένου μυθιστορήματος. Παντρεύει το ρεαλιστικό με το μεταφυσικό στοιχείο, έχει μακροπερίοδο λόγο, υπαινικτική και περιπαικτική διάθεση. Οι πρωταγωνιστές είναι η βροχή, η Νάπολη και οι ιστορίες των ανθρώπων που βιώνουν τις τέσσερις μέρες βροχής ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Πρωταγωνιστής, επίσης, είναι ο Κάρλο Αντρεόλι, δημοσιογράφος, που παρατηρεί, καταγράφει, αφουγκράζεται τα όσα συνέβησαν και συμβαίνουν πίσω και κάτω απ' τη βροχή: δύο νεκροί από καθίζηση του οδοστρώματος, μια πενταμελής οικογένεια σκοτώνεται σε κατάρρευση πολυκατοικίας, ο κρατικός μηχανισμός αποδυναμώνεται, ένας θρήνος και απόκοσμες φωνές κατακλύζουν ολόκληρη την πόλη, σκόρπιες όμοιες κούκλες εμφανίζονται μες στα χαλάσματα, κέρματα παίζουν μουσική. Και οι άνθρωποι, πίσω από τα παράθυρα, κοιτούν τη βροχή, θυμούνται, λησμονούν, προσδοκούν, απογοητεύονται και κολυμπούν στο άγριο σκοτεινό νερό των ψυχολογικών τους διακυμάνσεων.
 
Η βροχή ψιθυρίζει, κραυγάζει και στάζει αναμονή και τύψεις, υψώνει τείχη, διαπερνά κτίρια και μπαίνει σε σώματα που βουλιάζουν σε μια δίνη θλίψης ή ψηλώνουν σε φράχτες να σωθούν γυρεύοντας μια αχτίδα, γιατί η ζωή πρέπει να συνεχίζεται.
 
Όλα μια βροχή... μια σκοτεινή απειλή και ένα φως αυτογνωσίας.
 
Ένα κείμενο σαν βροχή με τον ήχο της, άλλοτε ως τσέλο άλλοτε ως ταμπούρλο, που συνεπαίρνει νου και καρδιά από την αρχή ως το τέλος.
 
 
Μετάφραση: Ευαγγελία Γιάννου
Εκδόσεις Loggia

Κυριακή 11 Απριλίου 2021

Alberto Garlini, Όλοι θέλουν να χορεύουν

Alberto Garlini, Όλοι θέλουν να χορεύουν


Η υπόθεση του μυθιστορήματος -που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις- ξεκινά το 1975 (και καλύπτει χρονικά σχεδόν μια εικοσαετία) στην επαρχία της Πάρμας, με ένα έθιμο της τελετουργικής σφαγής του χοίρου. Παρών στο τελετουργικό είναι ο οκτάχρονος Ρομπέρτο που, εκείνη την ημέρα, αποκτά έναν καινούργιο φίλο, τον Ρικάρντο. Εντελώς τυχαία, τα δύο παιδιά συναντούν στη γύρω περιοχή τον Βίκι που τους σώζει από μπλέξιμο με μια ομάδα ναρκομανών. Το προηγούμενο βράδυ δολοφονείται ο Πιερ Πάολο Παζολίνι. Ένας κύκλος κλείνει, ένας άλλος ανοίγει, ξημερώνει μια νέα εποχή όπου ο κόσμος είναι απέραντος και η παλίρροια ξεβράζει πτώματα, με την ακροδεξιά σε άνοδο. Ο Βίκι γίνεται ένας άλλος, γίνεται συγγραφέας, γίνεται Πιερ (αναφορά και φόρος τιμής του Garlini στον Ιταλό πεζογράφο Πιερ Βιτόριο Τοντέλι που εντάσσεται ως ήρωας στην αφήγηση).
 
Τα χρόνια περνούν, τα δύο αγόρια, Ρομπέρτο και Ρικάρντο, μπαίνουν στην εφηβεία με σώματα που σπαρταρούν για ζωή, δράση και πάθος. Ο Ρικάρντο ερωτεύεται την Κιάρα, ο Ρομπέρτο ξανασυναντά τον Βίκι-Πιερ, ενώνονται για λίγο και σύντομα οι δρόμοι τους χωρίζουν.
 
Ρομπέρτο, Ρικάρντο και Κιάρα αποτελούν μια τριάδα σφιχτή σαν γροθιά. Ζουν ακραία, επιθυμούν να κατακτήσουν τον κόσμο και τον διασχίζουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα και εντελώς μεθυσμένοι. Ο Πιερ θυμάται, μετανιώνει, αναζητά, ψηλώνει και λυγίζει διασχίζοντας μόνος του τον χάρτη του κόσμου.
 
Τέσσερις ήρωες που χορεύουν στους ρυθμούς των αλλαγών της δεκαετίας του '80, εποχής της ελευθερίας, του άκρατου καταναλωτισμού και της ξέφρενης μουσικής. Η μια μέρα γιορτή κι η επόμενη, παγωνιά. Ο έρωτας είναι ήλιος που μετατρέπεται σε ολισθηρό οδόστρωμα, η εκκωφαντική μουσική σιγεί απέναντι στη σιωπή της πέτρας και της θύελλας της ιστορίας. Μια επιθυμία για φιλιά μεγάλα σαν ωκεανούς κι ένα τελευταίο καθρέφτισμα στο νερό.
 
Ποιητικό και κοφτερό μαζί το κείμενο του Garlini, που βρίθει φιλοσοφικών συμβολισμών και αναφορών σε κορυφαία έργα της λογοτεχνίας και της ποίησης, με αυτή του Ουόλτ Ουίτμαν να πρωτοστατεί. Εκθαμβωτικής ομορφιάς γραφή, με βάθος και σκάψιμο κάτω από τη ρίζα. Η σπουδαία μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη ανέδειξε την κάθε ανάσα και την κάθε σιωπή.
 
 
Εκδόσεις ΠΌΛΙΣ

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2020

Alberto Moravia, Η πλήξη


Ο Ντίνο είναι αποτυχημένος ζωγράφος, 35 ετών, γόνος πλούσιας οικογένειας. Βιώνει μια εσωτερική προδοσία με τον εαυτό του και υποφέρει από πλήξη. Μια πλήξη, συντροφιά του και δυνάστης του, πέπλο μαρασμού και ομίχλη στην πραγματικότητα.

Ώσπου μπαίνει στη ζωή του η δεκαεπτάχρονη Τσετσίλια, ένα κράμα ανθισμένου κοριτσιού στην εφηβεία και γυναίκας αράχνης. Ο Ντίνο παραδίνεται απόλυτα στον αισθησιασμό και την σεξουαλικότητα της έφηβης. Συνάπτει ερωτικό δεσμό μαζί της εξακολουθώντας να ζει με πλήξη. Η Τσετσίλια περιφέρει την πλήξη της στις προκλητικές κινήσεις των γοφών της.

Ένας έρωτας σε λιμνάζοντα επικίνδυνα νερά. Ένας έρωτας με χρώματα πλήξης σε μια κοινωνία αδιεξόδων και αλλαγών.

Πίσω από αυτή τη φαινομενικά απλή ερωτική ιστορία, κρύβεται ένα ολόκληρο σύμπαν υπαινιγμών και συμβολισμών. Η Πλήξη του Moravia είναι μια μελέτη ακριβείας στις διακυμάνσεις και στις επικίνδυνες στροφές των μεγάλων δρόμων του έρωτα και των σχέσεων.

Από τους σπουδαιότερους συγγραφείς του εικοστού αιώνα, ο Alberto Moravia, με μια γραφή τολμηρή, κοφτερή και συχνά ασφυκτική, αποκαλύπτει όλες τις πτυχές της ανθρώπινης φύσης. Σκιαγραφεί την αδηφαγία του έρωτα και την πλήρη αποξένωση του ατόμου απο την πραγματικότητα ενώ, την ίδια στιγμή, αποτυπώνει άκρως ρεαλιστικά τον ψυχικό κόσμο ενός άνδρα, που βρίσκεται σε διαρκή μάχη με την αδυναμία του για ενσωμάτωση σε καρδιές, σύμπαν και κοινωνική πραγματικότητα.

Ένα κορυφαίο μυθιστόρημα, μια σημαντική επανέκδοση, σε εξαιρετική μετάφραση της Ελένης Τουλούπη.


Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα

Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Antonio Moresco, Το φωτάκι

Antonio Moresco, Το φωτάκι

Ένας άνδρας, ο αφηγητής της ιστορίας, ζει από επιλογή απομονωμένος σε έναν έρημο ορεινό οικισμό με συντροφιά τα δέντρα, τα ζώα, τα πουλιά. Επικοινωνεί με τους λιγοστούς κατοίκους της γύρω περιοχής, τους οποίους συναντά κάθε φορά που κατεβαίνει στην πλατεία του χωριού για την αγορά τροφίμων.

Μόνος με μια καθημερινότητα που θυμίζει αυτή ενός ασκητή: απόλυτη ησυχία και σκέψεις για το δράμα του σύγχρονου ανθρώπου ενώ η φύση γύρω του μεθυστικά ανθίζει και μαραίνεται.

Ένα βράδυ παρατηρεί στο απέναντι βουνό ένα φωτάκι να ανάβει.

Κάθε νύχτα, την ίδια ώρα, ένα φωτάκι ανάβει. Σαν μικρό κερί αναμμένο μέσα στο σκοτάδι, το φωτάκι είναι σημάδι μιας ύπαρξης, μιας άλλης ζωής, μιας άλλης χρονικής περιόδου.

Ο αφηγητής αποφασίζει να πάει στο σημείο απ'όπου προέρχεται το φως.

Εκεί συναντά ένα παιδί που, όπως και ο ίδιος, ζει ολομόναχο.

Ένα παιδί με ξυρισμένο κεφάλι, με ένα ζευγάρι μεγάλα αθώα μάτια, με ένα κοντό παντελονάκι..αν και εδώ και χρόνια τα παιδιά δεν φορούν πια κοντά παντελόνια.

Ο αφηγητής ακολουθεί και παρακολουθεί διακριτικά το μικρό αγόρι στην κάθε του μέρα, στις δουλειές του σπιτιού, στο εσπερινό σχολείο των νεκρών παιδιών, στην ομολογία περί αυτοχειρίας.

Κι όλα στροβιλίζονται: χιονονιφάδες, στοχασμοί, εικόνες, ο κόσμος του χθες κι ο κόσμος του σήμερα, η ζωή αγκαλιά με το θάνατο.

Το χέρι γίνεται ένα τόσο δα χεράκι σε πρόσκληση για μια βόλτα στο πουθενά και στο μυστήριο της ύπαρξης.

Η γραφή του Moresco είναι τολμηρή, τρυφερή και σκληρή, απαράμιλλη.

"Ήρθα εδώ για να εξαφανιστώ", είναι η εναρκτήρια φράση του ήρωα αφηγητή σε αυτό το σαγηνευτικό - πολλαπλών ερμηνειών - μυθιστόρημα που ίπταται σε ένα σύμπαν μεταφυσικό, μοναχικό και μυστηριώδες.

Ένα βιβλίο ύμνος στη φύση και στο πεπρωμένο των ανθρώπων.

Θαυμαστή η μετάφραση της Μαρίας Φραγκούλη.


Εκδόσεις Καστανιώτη